Προς τον Παναγιότατο κ. κ. Βαρθολομαίο

Προς τον Αρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικό Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, Παναγιότατο κ. κ. Βαρθολομαίο

Γαύδος, Έλλας, 13ο Μαιού 2013                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                                     

                   Χριστός Ανέστη!

Πάτερ,

Τελευταία, οι κάτοικοι της Ελλάδος χαμογελάνε λιγότερο και κλαίνε όλο και πιο πολύ και λυπούνται για την αδιέξοδο τους.

Στο νοτιότερο σημείο της Ευρώπης, στο μικρό νησί Γαύδος, σημαδεμένο από το  ραβδί του Απόστολου  Παύλου, οι πιστοί αποφάσισαν να προσευχηθούν για την ευημερία του τόπου τους και αυτό να πραγματοποιηθεί κατά την διάρκεια του Ορθόδοξού μας Πάσχα, κάνοντας την περιφορά στη θάλασσα γύρο του νησιού, πιστεύοντας στη δύναμη της προσευχής.

Ζητώντας την ευλογία του Δεσπότη της Κρήτης, τον Αμφιλόχιο, λάβαμε την εξής απάντηση: «Άγνωστο  τι μπορεί να συμβεί στον Αγιασμό και ύστερα.» Και αρνήθηκε την  ευλογία.

Πάτερ, που πρέπει εμείς να ψάχνουμε την βοήθεια; Προσευχηθείτε για μας.

Οι κάτοικοι του νησιού.

Advertisements
Posted in Uncategorized | Σχολιάστε

Τεύχος 7

This gallery contains 82 photos.

Gallery | Σχολιάστε

Τεύχος 6

Φεβρουαρίου 2013

Αγαπητοί Γαυδιώτες,

Κάθε χρόνο, εκατοντάδες άνθρωποι απ’ όλη τη Γη επισκέπτονται το νησί μας, όχι μονάχα για την ανέγγιχτη φυσική ομορφιά του, αλλά και για την «καλή ενέργεια» που υπάρχει εδώ.

Τι είναι, τελικά, αυτό που κάνει τη Γαύδο διαφορετική; Προκειμένου να μάθουμε, ζητήσαμε από τους παλαιότερους και τους νεότερους κάτοικους να μοιραστούν μαζί μας τις παράξενες ιστορίες του νησιού.

Ως αποτέλεσμα, σε αυτό το τεύχος, παρουσιάζουμε ένα κομμάτι του πολιτισμού της Γαύδου, υπό τη μορφή διηγήσεων ασυνήθιστων προσωπικών εμπειριών, αλλά και ιστοριών που επιβίωσαν από στόμα σε στόμα, ίσως και για εκατοντάδες χρόνια.

Πολλές από αυτές μοιάζουν απίστευτες… Ανήκουν στη φαντασία ή την πραγματικότητα;

Η επιλογή είναι δική σας!

eklesia

Η εξαφάνιση της βάρκας

Το 1978, έφτιαξα με την βοήθεια του Σάββα Αρκαλάκη μια ξύλινη βάρκα, όλα με τα χέρια. Για την εποχή της και για τη Γαύδο, ήταν μια καλή βάρκα. Τότε, υπήρχαν ακόμα πολλά ψάρια, πριν μπει στο βιομηχανικό ρυθμό ανάπτυξης η θάλασσα. Κι ήταν το 1982 που την έχασα. Ήταν άνοιξη, η εποχή του ξιφία. Ερχόνταν πολλοί Ιταλοί για ψάρεμα και πηγαίναμε κι εμείς. Είχα βάλει καινούρια δίχτυα στον Άι Γιάννη το βράδυ. Τα ξημερώματα με φωνάξαν οι άλλοι: «Σήκω, γιατί χάλασε ο καιρός.» Όσοι είχαν μαζευτεί για ψάρεμα, πήγαμε στο Πύργο που έκοβε ο αέρας, συνολικά ήμασταν 14 καΐκια Ήρθε ο Αντώνης που έκανε την γραμμή με το Σοφία Π. και μου έλεγε να πάω στο καΐκι τους. Έδεσα την βάρκα μου με ένα καινούριο σίδερο. Από την πολύ φουρτούνα, είχαν μπερδευτεί τα ψάρια στα δίχτυα και προσπαθούσα να τα βγάλω, η προσοχή μου έφυγε από την θάλασσα και τον κίνδυνο για να απασχοληθώ με τα ψάρια. Τα πάλεψα μέχρι να σκοτεινιάσει. Το βράδυ, άρχισαν οι δικοί μου να με ψάχνουν και ρωτούσαν που είναι ο Γιώργης. «Εδώ είναι ο Γιώργης», είπαν όλοι.»Μα η βάρκα που είναι;» Τότε είδαμε ότι η βάρκα μου έλειπε. Είχα στεναχωρηθεί, την ψάχναμε παντού, αλλά δεν την βρήκαμε. Μετά από τρεις μήνες περίπου, με πήραν τηλέφωνο από το Βόλο και μου είπαν ότι βρέθηκε η βάρκα μου. Πώς;

Στην πλώρη είχα ένα τσουβάλι παλιά δίχτυα και απάνω είχα ακουμπίσει την άγκυρα. Το σίδερο που είχα δέσει, έπεσε στη θάλασσα και μαζί και η άγκυρα και τα παλιά δίχτυα. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να μην αφήσει τη βάρκα να βουλιάξει και να την πάει ανάποδα στο κύμα. Ένα ισπανικό βαπόρι την βρήκε μετά από τρεις μέρες 70 μιλιά νοτιοδυτικά της Γαύδου. Τη φορτώσαν στο βαπόρι και την πήγαν στη Γιουγκοσλαβία, Αλεξάνδρεια, Βόλο. Ήταν το τελευταίο τους δρομολόγιο. Εκεί την ξεφορτώσαν. Μέσ‘ τη βάρκα είχε κάτι τσουβάλια που γράφανε το όνομα ενός από την Παλαιόχωρα απάνω. Εγώ τότε είχα άδεια επαγγελματική, αλλά η βάρκα μου δεν είχε όνομα. Το λιμεναρχείο από το Βόλο πήρε τηλέφωνο στην Παλαιόχωρα και αυτοί με πήραν μετά εμένα, αφού ήξεραν ποιος είχε χάσει μια βάρκα. «Με κοροϊδεύεις;», είπα στον λιμενάρχη. Είχαν περάσει δύο μήνες. «Η βάρκα είναι δική σου» μου είπε, «όλα τα στοιχεία ταίριαξαν. Έλα να την πάρεις.» Κι έτσι, πήγα στο Βόλο για να την φέρω πίσω στη Γαύδο, στον τόπο της. Τώρα έχει όνομα: «Χάϊδω» Την έχω τώρα 30 χρόνια και βγάλαμε πάρα πολλά ψάρια μαζί. (Γιώργος Τσιγώνης)

Το θαύμα στη Γαυδοπούλα

Ένας θείος μου, ο Γιάννης Τσιριντάνης, μεθούσε συνέχεια, κι έκανε και κακό μεθύσι, φώναζε, έδερνε. Αποφάσισαν τα παιδιά του να τον πάνε στη Γαυδοπούλα για να κάνει αποτοξίνωση. Μετά από καιρό είπαν: «Δεν πάμε να δούμε τι κάνει ο πατέρας μας; Πρέπει να του πάμε και τρόφιμα.» Όταν φτάσανε, τον βρήκαν τύφλα από το μεθύσι. «Ελάτε παιδιά μου να πιούμε» φώναζε. Τι είχε γίνει; Είχε βγάλει η θάλασσα ένα βαρέλι κρασί. Στον πόλεμο, υπήρχαν πολλά ναυάγια εδώ γύρω από τη Γαύδο και βούλιαξε κι ένα καράβι με αυτό το βαρέλι μέσα! (Βασίλης Παπαδάκης) 

Κρουαζιέρα στην Κρήτη

Μια νύχτα, πήγαμε όλοι να βοηθήσουμε τον Ε. να βάλει την βάρκα του στη θάλασσα. Ήθελε να πάει στο λιμάνι. Είχε πιει λιγάκι. Έβλεπε, όμως, πολλά φώτα, γιατί τα μαγαζιά στο Σαρακήνικο ήταν ανοιχτά και είχανε φως. Έβλεπε και τα φώτα της Κρήτης, που φαινόνταν πιο λίγα, κι έχασε τον κόσμο. Σκέφτηκε, η Γαύδος είναι εκεί που έχει λίγα φώτα και πήγαινε προς τα εκεί. Μετά από μια ώρα, αυτός κρύωσε και συνήλθε. Πέρασε την Γαυδοπούλα και έφτασε τρεις η ώρα την νύχτα στα Σφακιά. Βγήκε έξω, μούσκεμα, ξυπόλυτος με τα μακριά μαλλιά και τα μεγάλα του γένια. Ήταν ανοιχτά το περίπτερο της Δέσποινας. Πήγαινε εκεί και έτρεμε από το κρύο. Έβαλε το κεφάλι του μες’ στο παραθυράκι και της είπε: «Θέλω τσιγάρα, αλλά δεν έχω λεφτά.» Αυτή απάντησε: «Παρ’ τα όλα.» Νόμιζε ότι θέλει να την κλέψει. Πήγε να ξυπνήσει τον άντρα της, τον Παντελή. Αυτός είχε μια 45άρα πιστόλα κι βγήκε έξω στα σώβρακα του και του έλεγε: «Ποιος είσαι;» «Είμαι ο Ε., από τη Γαύδο.» Τον πλύνανε, τον ξυρίσανε, του δώσανε ρούχα και παπούτσια. Το λιμεναρχείο πήρε τηλέφωνο στη Γαύδο και έλεγε: «Αν ψάχνετε τον Ε., τον έχουμε εμείς.» Έκατσε μερικές μέρες στη Κρήτη κι ύστερα γύρισε. Αργότερα έλεγε ο Ε.: «Ευτυχώς που μου έφτασε η βενζίνα, γιατί αλλιώς θα είχα μείνει στο πέλαγο και θα με έπαιρνε το κύμα.» (Νίκος Λουγιάκης)

Νυχτερινή περιπέτεια στον Πύργο

Όταν ήμουν νέος, πηγαίναμε με τον Σάββα Αρκαλάκη για ψάρεμα κοντά στο Πύργο. Καθόμασταν εκεί μερικές μέρες με την βάρκα και ψαρεύαμε. Ανάμεσα, χρειαζόμασταν τρόφιμα και με στέλναν εμένα για να πάω στο Καστρί, στο μπακάλικο του Λαμπομιχάλη, του πατέρα του πρόεδρου, για να πάρω γάλα και, στο γυρισμό, στην Ιωάννα για να πάρω φρέσκο ψωμί. Εκείνη την ημέρα άργησε να φουρνίσει η Ιωαννούλα, γιατί είχε κακό καιρό και δεν ανέβαινε το ψωμί. Κι έτσι, έφυγα κατά τα μεσάνυχτα από ‘κεί, αλλά είχε φεγγάρι. Πέρασα από τον Άι-Γιώργη, οπού λένε ότι είχαν δηλητηριάσει τον προηγούμενο παπά. Άμα τύχαινε η μέρα που έγινε το φονικό, λένε ότι ακουγόνταν κραυγές και παράξενοι θόρυβοι. Εγώ πήγαινα του καλού καιρού και, όπως κατέβαινα κάτω, ήθελα να περάσω τις κολύμπες με νερό και, ακριβώς την ώρα που πήδηξα για να τις περάσω, άκουσα μια σφυριά τόσο δυνατή που κατουρήθηκα απάνω μου από το φόβο μου κι έπεσα μέσα στην κολύμπα. Μάζεψα τις τσάντες μου και πήγαινα πετώντας στο Πύργο.

Εκεί τι έπαθα; Άλλο χουνέρι. Φώναζα τον Ευτύχη για να με πάει με την βάρκα στο καΐκι Αυτοί εκεί κοιμόντανε και δεν με ακούγανε. Άκουσα, όμως, γύρω μου πατωμασιές. Κι έλεγα: «Βρε γαμώτο, μέχρι εδώ ήρθαν τα φαντάσματα;» Ετοιμάστηκα να αφήσω τα πράγματα και να πέσω στη θάλασσα. Κάποια στιγμή ήρθε ο Ευτύχης και με φώναζε: «Τι έπαθες; Εγώ είμαι.» Με πήγε στη βάρκα, πλύθηκα για να συνέλθω και τους εξήγησα την ιστορία. Ο Σάββας μου είπε ότι εκεί ακούγονται πολλές παράξενες ιστορίες, με φωνές. Αν έρθει η μέρα του φόνου, τα ακούς.

Μετά από ένα εξάμηνο, είδα τον γερο- Νίκο Λουγιάκη και με ρώτησε τι έκανα την τάδε νύχτα στα μεσάνυχτα στον Άγ. Γιώργη. Αυτός είχε εκεί κήπο και αυτός ήταν που μου έριξε την σφυριά. «Εσύ ήσουνα που με σφύριξες», του έλεγα; «Καλά που δεν σε είδα, γιατί θα σε σκότωνα!» Αυτός είπε ότι σφύριξε στις γίδες του. Και οι πατωμασιές που άκουσα στο Πύργο ήταν από ένα γαϊδούρι που γύρευε εκεί για να φάει τα φλούδια που είχαν αφήσει οι ψαράδες, αλλά δεν το είδα. Λέγαν ότι σε εκείνο το σημείο στο Πύργο, που έχει ένα μικρό σπιτάκι που χτίσαν οι ψαράδες, ότι ακούγονται διάφορα, όπως και σε πολλά άλλα σημεία στη Γαύδο, στο Βαθύ Σελί, στο Λίμνι, στο Τουρκάβλακο, στον Πύργο, στο Λαυρακά, στο Φανάρι, στην Παναγία, παντού. (Γιώργος Μιχελεράκης)

Ο πιθηκάνθρωπος από τη Ρωσία

                Ο Αντρέας, όταν ήρθε από τη Ρωσία, μετά το Τσέρνομπιλ, ήταν γεμάτος τρίχες, σαν πίθηκας, και καθόταν εκεί στο Μανωλό, πάνω σε ένα δέντρο. Ήταν καλός πίθηκος, γιατί δεν πείραζε τα οζά μου. Όποτε περνούσα, του έδωσα νερό σε ένα κουβά για να πιει Κατέβαζε την μεγάλη του την ουρά από πάνω, την έβαζε στον κουβά και μετά στο στόμα του για να ρουφήξει το νερό με την ουρά του. Πιο πολύ του άρεσε, όμως, η τσικουδιά. Μόλις ήπιε από αυτήν, κατέβαινε από το δέντρο και, τότε, η Ειρήνη μπορούσε να τον καθαρίσει, του έριχνε βραστό νερό απάνω του για να βγάλει τις τρίχες. Κι έτσι, έγινε άνθρωπος. (Νίκος Λουγιάκης)

η «γριά» του αϊ γιάννη

περίπου πριν από δέκα χρόνια το χειμώνα, πέρασα μερικές εβδομάδες στη γαύδο για να δουλέψω (τότε χρησιμοποιούσα ακόμα μια μηχανική γραφομηχανή). έμενα στο δωμάτιο νούμερο 5 σε ένα κατάλυμα στο Σαρακήνικο. το καλοκαίρι δεν πήγαινα ποτέ στον αϊ γιάννη, υπήρχαν πάρα πολλοί τουρίστες εκεί. αλλά, τώρα, το χειμώνα, πήρα μια μέρα το δρόμο από το σαρακήνικο προς τα κεί. η παραλία ήταν άδεια από ανθρώπους. κι όμως, μετά από λίγη ώρα, ανακάλυψα λίγο πιο πάνω, εκεί που ξεκινούν τα δέντρα, μια ηλικιωμένη αγρότισσα με μαντίλι και ντυμένη όλη στα μαύρα. Φαινόταν πως κάτι έκανε. είδα πως έσκυβε ξανά και ξανά και φαινόταν να μαζεύει κάτι. την είδα, με είδε κι αυτή – και χαιρετήσαμε ο ένας στον άλλον από μεγάλη απόσταση. συνέχισα να περπατώ, μέχρι το σημείο που άρχιζαν τα βράχια. από εκεί ξαναγύρισα πίσω, αλλά από πιο ψηλά, γιατί ήθελα να δω τι κάνει η ηλικιωμένη γυναίκα. μπορούσα να δω τώρα ότι μάζευε τα σκουπίδια που είχαν αφήσει πίσω τους οι τουρίστες και τα έβαζε σε μεγάλες πλαστικές σακούλες. είχε την πλάτη γυρισμένη προς τα εμένα, αλλά όταν ήμουν αρκετά κοντά, γύρισε – και κοίταξα μέσα στα δύο λαμπερά μπλε μάτια μιας νεαρής γυναίκας. χαιρετηθήκαμε, εγώ με τα ανεπαρκή ελληνικά μου, εκείνη, όμως, μου απάντησε σε άπταιστα αγγλικά. είπε ότι σπουδάζει κοινωνιολογία στην πάτρα. μερικά πράγματα επάνω της ήταν παράξενα: είχε πολύ βρώμικα, μαύρα νύχια και από το σαγόνι της φύτρωσαν μερικές εντυπωσιακές μακριές τρίχες. στο σύνολο, είχε μια άγευστη και απεριποίητη εντύπωση. αλλά μιλούσε καλά αγγλικά. παρόλο που είχαμε συναντηθεί μόνο λίγα λεπτά πριν, ξεκίνησε να μου λέει ότι είχε πολλά σκουλήκια στο σώμα της και ότι τα «σκατά» της εκείνο το πρωί ήταν γεμάτα σκουλήκια… της σύστησα μια παλιά σπιτική συνταγή κατά των σκουληκιών: ωμό σκόρδο και δύο φορές την ημέρα ένα ποτήρι ξύδι.  έπειτα μου πρόσφερε φρέσκο γλυκό νερό από ένα πανβρώμικο πλαστικό κύπελλο αρνήθηκα. τότε ήθελε να μου δείξει την πηγή με το γλυκό νερό πιο πάνω στο βουνό. αλλά προτίμησα να πάρω το δρόμο για το σπίτι. η όλη κατάσταση μου φαινόταν πολύ περίεργη και  κάπως μυστηριώδης. είχα παρατηρήσει, βέβαια, ότι η συμπεριφορά της γυναίκας δεν ήταν φυσιολογική.

hartmutπερίπου μια εβδομάδα αργότερα, ξαναπήγα στον αϊ γιάννη. δεν είδα κανένα ίχνος της γυναίκας. μόνο μερικές σακούλες σκουπιδιών, γεμισμένες από αυτή, βρίσκονταν ακόμα εκεί. ξεκίνησα ν’ ανεβώ το στενό μονοπάτι προς την κατεύθυνση της πηγής του γλυκού νερού που ήθελε να μου δείξει. αλλά επειδή την προηγούμενη νύχτα είχε βρέξει, το μονοπάτι ήταν ολισθηρό κι επικίνδυνο, αριστερά ήταν απότομα βράχια και δεξιά πήγαινε κάθετα κάτω στη θάλασσα. προτίμησα να μην το διακινδυνεύσω και να γυρίσω πίσω. τη στιγμή που γυρνούσα, τρόμαξα πολύ. η παράξενη γυναίκα στεκόταν όχι περισσότερο από δύο μέτρα πίσω μου. με είχε ακολουθήσει αθόρυβα και δεν την είχα παρατηρήσει! πιέστηκε επάνω μου για να περάσει το στενό μονοπάτι και στεκόταν, τώρα, λίγο πιο μπροστά από εμένα. αμέσως άρχισε πάλι να μου μιλάει για τα σκουλήκια της, τα οποία, πλέον, είχαν ανεβεί πίσω από τα μάτια της. Ταυτόχρονα, ξεκίνησε να ανεβάζει τη φούστα της -από κάτω ήταν γυμνή- για να μου παρουσιάσει το «ιερό» της. είπα ότι θα γυρίσω τώρα πίσω γιατί ο δρόμος μου φαίνεται επικίνδυνος, αλλά αυτή ήθελε οπωσδήποτε να μου δείξει την πηγή του γλυκού νερού. με κάλεσε με το βρώμικο της δείκτη (όπως η μάγισσα στα παραμύθια). εγώ, όμως,  απλά την άφησα εκεί και, χωρίς να ξανακοιτάξω πίσω, πήρα τον δρόμο για το σπίτι.

στο Σαρακήνικο είπα αυτή την ιστορία σε μερικούς ανθρώπους. κάποιος μου είπε ότι, ένα χρόνο πριν, εξαφανίστηκε σε εκείνο το σημείο ένας άγγλος, χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος …       (hartmutgeerken)

Το τεράστιο δοκάρι και οι 15

Ήταν μια οικογένεια που ήθελε να φτιάξει ένα σπίτι για να μένουν. Τότε βοηθούσαν ο ένας τον άλλον, ότι δουλειά και να ήταν, πηγαίναμε οι υπόλοιποι και βοηθούσαμε, κι εγώ πήγαινα πολλές φορές. Υπήρχε ένα πολύ μεγάλο ξύλο κομμένο, ένα κομμάτι κέρδο, ακριβώς για το νέο σπίτι, αλλά ήταν πολύ βαρύ. «Χρειάζομαι 15 άτομα για να το κουβαλάνε», είπε ο …, ξέχασα το όνομα του, «που να τους βρω;»  Ένας ήταν πολύ δυνατός και του είπε: «Μην ψάχνεις 15 άτομα, εγώ θα το πάω μόνος μου το ξύλο. Πόσα ψωμιά θα ψήσει η γυναίκα σου αύριο;» «Καμία δεκαπενταριά» είπε ο … . «Πες στην γυναίκα σου, ότι θέλω όλα τα ψωμιά που θα ψήσει, εκτός από δύο, και όλο το φαΐ που θα ετοιμάσει για αυτούς τους 15.» «Αποκλείεται να το πας μόνος σου το ξύλο. Πλάκα μου κάνεις.» Την άλλη μέρα αυτός πήγαινε πολύ νωρίς, πριν να ετοιμαστούν οι άλλοι για να πάρει το ξύλο. Το σήκωσε και το πήγε στα Βατσιανά. Ύστερα πήγε στο χωριό, στο σπίτι που μόλις είχε ψήσει τα ψωμιά η γυναίκα και τα πήρε ένα, ένα, τα πήρε ούλα, και δεν άφηνε κανένα, ούτε τα δύο που είχε πει. Ύστερα πήρε και το φαΐ για 15 άτομα κι έφυγε. Ήταν πολύ δυνατός και έφαγε πολύ. Το ξύλο, ένα θηρίο, υπάρχει ακόμα στα Βατσιανά. Μπορείς να πας να το δεις. (Κατερίνα Μιχελεράκη)                              

Το κακό μάτι

Μια μέρα, έπεσα τρεις φορές. Την τρίτη φορά, κοντά στην Τρυπητή, έπεσα με τη μηχανή, κάτι με έσπρωξε. Είχα την καραμπίνα στην πλάτη μου και όταν έπεσε η μηχανή, άκουσα ένα τεράστιο θόρυβο στο αυτί μου. Ήταν από την καραμπίνα, η οποία έσκασε. Για πολλές μέρες μετά, δεν άκουσα πια τίποτα σε αυτό το αυτί. Όταν γύρισα με τα πόδια στο χωριό, με είδε η Θεοδώρα και με ρώτησε: «Τι έχεις; Δεν φαίνεσαι καθόλου καλά. Πρέπει να σε ξεματιάσουμε». Μου βάζει ένα σκοινί απάνω μου και το σταυρώνει. Αμέσως ανακουφαίνω και νιώθω να φύγει ένα πολύ μεγάλο βάρος από πάνω μου. Δεν πίστευα στο μάτι, ακόμα και τώρα δεν το πιστεύω, αλλά είδα ότι είχε αποτέλεσμα. (Νίκος Λουγιάκης)

Η δύναμη του λόγου

Πήγαν πέντ’ έξι ανθρώποι σε ένα καφενείο και βλέπανε έναν που ερχόταν από την Άμπελο. Δεν είδαν, όμως, ποιος ήταν. Λέγανε στην παρέα να του κάνουν πλάκα. Είπαν να του πούνε πώς είναι κίτρινος και άρρωστος και τι έχει. Αυτός, όμως, ήταν μια χαρά. Έκατσε για να πει έναν καφέ. Μόλις έκατσε του λέγανε όλοι μαζί: «Πως είσαι έτσι; Είσαι άρρωστος, θα πεθάνεις. Πήγαινε σπίτι σου.» Έφυγε αυτός και πήγε σπίτι του. Έλεγε στην γυναίκα του: «Γυναίκα, δεν είμαι καλά.» Πήγε στο κρεβάτι και πέθανε. (Νίκος Λουγιάκης)

H προφητεία

Ο πατέρας του δήμαρχου κατέβαινε μια μέρα προς τα κάτω από το Καστρί, τότε δεν υπήρχε δρόμος, ήταν μονοπάτι. Μπροστά του, περπατούσε μια γιαγιά, την οποία γνώριζε. Άνοιξε το βήμα του για να τη φτάσει, αλλά δεν μπορούσε να την πλησιάσει. Πήγε στο σπίτι κι έλεγε στη γυναίκα του ότι αύριο θα πεθάνει η τάδε. «Σώπα», του απάντησε η γυναίκα του. Κι, όμως, έτσι έγινε. (Μπάμπης Βαϊλακάκης)

 Η Τσιγωνονικόλενα

                Ο κουνιάδος μου, ο Νίκος Μπούμπαλης, ερχόταν μια φορά από το Καστρί. Εκεί στο Βαθύ Σελί, είδε μια γριά, μια γερόντισσα, στα μαύρα. Αυτή έμοιασε με την Τσιγωνονικόλενα, της κουνιάδας μου της Γεωργίας τη μητέρα. Της είπε: «Τσιγωνονικόλενα, τι κάνεις εσύ εδώ τέτοια ώρα;» Αυτή, όμως, δεν απαντούσε. Τον έπιασε αμφιβολία ότι δεν είναι αυτή και φοβήθηκε. Συνέχισε γρήγορα το δρόμο του προς Βατσιανά κι αυτή τον ακολουθούσε, πήγαινε αυτός, πήγαινε κι αυτή. Τότε ήταν σίγουρος ότι δεν είναι αυτή και έκανε το σταυρό του ξανά και ξανά. Μέχρι εκεί που είναι τώρα το σπίτι του Νικολιού, που έδειξε η εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου, ε, πια ντε, την έχασε. Ήταν φάντασμα. (Φιλιώ Κουφιδάκη)

Εμφάνιση προ του θανάτου

Κοντά στην Άμπελο, υπήρχε ένας κήπος και πηγαίναμε εκεί την νύχτα με τον μικρό μου αδερφό για να ποτίζουμε. Κάποια στιγμή ακούσαμε πατημασιές να πλησιάζουν. Εγώ δεν είδα τίποτα. Ο αδερφός μου, όμως, είπε: «Βλέπεις, είναι ο λιμενάρχης, ο άντρας της Αρτεμισίας». Εγώ δεν τον είδα. Μετά από τέσσερις- πέντε μέρες, αυτός ο άνθρωπος πέθανε. Στη Γαύδο, υπήρχαν νάρκες και καθώς έβγαλε μια, αυτή έσκασε και τον σκότωσε. Ο αδερφός μου τον είδε χωρίς σώμα πριν πεθάνει. Υπάρχουν κι άλλοι που λένε ότι τους βλέπουν. (Ευτύχης Κουμαντατάκης)             

Η αδερφή

Η Τασούλα άκουσε την νύχτα έξω από το σπίτι μας που κοιμόμασταν να με φωνάζει εμένα η αδερφή μας, η Ευγενία. Τρεις φορές φώναξε: «Φιλιά!» Η αδερφή μας τότε ήταν στο Καμπανού στην Κρήτη, εκεί ήταν παντρεμένη. Ύστερα από μερικές μέρες, πόθανε από ατύχημα. Λένε ότι ο άνθρωπος σαράντα μέρες πριν πεθάνει γυρίζει το πνεύμα του και άλλες σαράντα μέρες μετά. Μετά τα σαράντα, θα ησυχάζει στον κάτω κόσμο. Το πρωί, με ρώτησε η Τασούλα: «Άκουσες πράμα, εχτές βράδυ;» Εγώ δεν άκουσα τίποτα. Αφού πέθανε η αδερφή μας, μου το είπε, ότι με φώναζε τρεις φορές, γιατί δεν ήθελε να με φοβίσει. (Φιλιώ Κουφιδάκη)

 Ο πατέρας

Ο αδερφός μου ο Πολιός, πήγαινε στο κυνήγι στην προσκάδα που λέμε, της αυγής. Πήγε σε ένα τόπο που τον λένε Κοκαλιαρί. Εκεί, είδε τον συγχωρεμένο πατέρα μας, αλλά δεν ήταν ο πατέρας, του έμοιαζε όμως. Βάσταγε το ντουφέκι του κι είχε το σημάδι στο κούτελο, όπως είχε ο πατέρας μας. Ήταν κι ο πατέρας μας κυνηγός και πήγαινε σε αυτό το μέρος για κυνήγι. Αυτός κατέβαινε προς τα πάνω. Ο αδερφός μου κατάλαβε όμως ότι δεν είναι ο πατέρας, αφού είχε πεθάνει, δεν θυμάμαι τώρα πόσο καιρό, και πήγε να σκάσει από το φόβο του. Μετά, πήγε ο αδερφός μου στη μάνα κι αυτή του λέει: «Μα γιατί είσαι έτσι δα αναστασηνεμένος;» .»Ίντα έχω;» της λέει, «είδα το συγχωρεμένο το γέρο.» (Φιλιώ Κουφιδάκη)

 Μεταμεσονύκτιες  επισκέψεις

2_koulirianaΠαλιά, μέναμε όλη η οικογένεια, εννιά άτομα, στο παλιό σπίτι στα Κολεριανά. Είχαμε μια μεγάλη κουζίνα χωριστή, εκεί έμενα εγώ μόνος μου. Μου άρεσε, γιατί είχε το τζάκι. Ένα βράδυ, ήταν καλοκαίρι κι είχε φεγγάρι, κοιμόμουν με την πόρτα ανοιχτή. Είδα στην πόρτα μια σκιά κι άκουσα μιλιές. Μετά είδα στην πόρτα έναν κοντό, χοντρό άντρα και η σκιά του έπεσε μες’ το δωμάτιο. Μου θύμισε τους παλιούς ανθρώπους που είχα δει σε φωτογραφίες, με παλιές ενδυμασίες, με σακάκια μεγάλα, όπως φορούσαν οι Τούρκοι. Αυτός ο άντρας έμπαινε μέσα στο δωμάτιο και κοιτούσε γύρω-γύρω. Η γυναίκα, επίσης χοντρή και κοντή, σταμάτησε στην πόρτα, δεν μπήκε μέσα. Ήθελα να πηδήξω από το κρεβάτι για να πάω στο άλλο σπίτι που κοιμόταν οι άλλοι, αλλά δεν πήγα γιατί φοβόμουν. Ήμουν περίπου 13 χρονών τότε. Αυτός ο άντρας ερχόταν, ερχόταν, ερχόταν όλο πιο κοντά και κάθισε πάνω στο κρεβάτι μου. Έτρεμα από το φόβο μου. Αυτός ανέβασε το χέρι του και μου έλεγε: «Θα σε πνίξω!» Όταν άκουσα αυτό, φώναξα τον μπαμπά μου με όλη μου την δύναμη. Τότε είπε ο άντρας: «Ω, εδώ είναι κι άλλοι!» κι έβγαινε έξω. Έτρεχα στο άλλο σπίτι για να κοιμηθώ σε μια γωνία μαζί με τους άλλους. Το πρωί, τους είπα την ιστορία κι είπε ο πατέρας μου: «Θα είδες κανένα όνειρο, αλλά σήμερα θα κοιμηθώ εγώ εκεί στην κουζίνα.» Από νωρίς, νωρίς την νύχτα έφυγε, γιατί έπαθε το ίδιο. Φοβήθηκε κι ο πατέρας μου και, μετά από λίγο καιρό, φέραν τον παπά για να κάνει αγιασμό στο σπίτι. (Νίκος Λουγιάκης)

Ο παππούς που ήθελε καφέ

Παλιά ζούσαμε όλη η οικογένεια στα Κολερανιά, στο παλιό σπίτι. Εγώ είχα πάει έξω για να δουλέψω στις ελιές. Με πήρε τηλέφωνο ο άνδρας μου και μου είπε ότι θα κάνουν αγιασμό στο σπίτι, γιατί ο γιος μας ο μικρός, το Νικολιό, βλέπει στην παλιά κουζίνα που κοιμάται κάθε βράδυ έναν άνθρωπο, γεροντεμένο που τον ξυπνάει για να του φτιάξει καφέ. Εγώ φοβήθηκα, αλλά δεν μπορούσα να φύγω από την δουλειά μου. Είπα στον παπά-Μανώλη να πάει πρώτα στον Άγιο Παντελεήμονα στα Κολεριανά να λειτουργίσει,και μετά στο σπίτι μας για να κάνει αγιασμό. Όταν γύρισα, ο Νίκος ακόμα το έβλεπε κι αποφάσισα να κοιμάμαι εγώ με την Χρυσούλα, που ήταν ακόμα πολύ μικρή, σε αυτό το κρεβάτι. Την νύχτα, η κοπελιά μου ήθελε όλη την ώρα να σηκωθεί. Την έπιασα στο χεράκι κι έκανα το σταυρό στο μαξιλάρι, όπως κάνω πάντα. Ξανακοιμόμασταν. Μετά από λίγη ώρα άκουσα: «Σήκωπτα, σήκωπτα.» Το πρωί έβγαλα το κρεβάτι αυτό και δεν κοιμόταν πια κανένας εκεί. Αφού το άκουσα κι εγώ, ήξερα ότι δεν είναι ψέματα. Έβαλα ένα μικρό εικονοστάσιο, άναψα καντήλια, κι έξω στο σταυροδρόμι κοντά στο σπίτι, έβαλα ένα εικονοστάσιο. (Μαρία Λουγιάκη)

Οι φαντάροι που εξαφανίστηκαν

Στις ελιές του Στέλιου Τσιριντάνη κοντά, υπάρχει ένα μικρό εικονοστάσιο, το οποίο το έχει φτιάξει ο πατέρας του Στρατή. Αυτός, ο Μιχάλης, είχε ένα τρίκυκλο κι έρχοταν την νύχτα από το Σαρακήνικο για να πάει στο Καστρί. Εκεί που είναι το εικονοστάσιο, είδε μπροστά του ένα μεγάλο κάρο με άλογα και στρατιώτες. Τον σταμάτησαν και τον ρώτησαν τι ώρα είναι. Μέχρι αυτός να κοιτάει το ρολόι στο χέρι του, είχαν εξαφανιστεί. Μετά, από το φόβο του, έκανε το εικονοστάσιο. (Νίκος Λουγιάκης)

Το σκοτωμένο φάντασμα

Ο πατέρας του Ν., ο Σ., πήγε μια νύχτα από το μονοπάτι από το Καστρί στα Χολαριανά. Κοντά στον Άγιο Παντελεήμονα, εκεί που έχει ένα μικρό ποταμάκι και μια σπηλιά, λέγεται η τοποθεσία Ανωγιά. Όταν περνούσε από ‘κει ο Σ., είδε έναν άνθρωπο που περνούσε από δίπλα του, αλλά δεν του μιλούσε. Αυτό το διάστημα είχε παραξηγηθεί ο πατέρας μου μαζί του για κάτι χωράφια. Ο Σ. φοβήθηκε. Νόμιζε ότι είναι ο Νικόλας που ήρθε να τον σκοτώσει. Του μιλεί μια φορά, τίποτα, του μιλεί δύο, τίποτα. Πήρε το δίκανο, τότε πάντα φορούσαν μαζί τους την καραμπίνα τους, μπαμ την μια, μπαμ την άλλη.Νόμιζε ότι τον είχε σκοτώσει τον πατέρα μου. Πήγε στο σπίτι στην μάνα του και της είπε: «Μάνα σήκω, σκότωσα το Λούγια!» «Τι έκανες;» φώναζε η Η.. Σηκώθηκε αμέσως και πήγε στο σπίτι μας και φώναζε την Μαρία, την μάνα μου. «Που είναι ο Νίκος;» την ρώτησε. Και η Μαρία είπε: «Εδώ είναι, κοιμάται. « (Νίκος Λουγιάκης)

Ο ακέφαλος

Κοντά που είναι τώρα το κοτέτσι της Γωγώς, είναι ένας φούρνος και μετά ένα σπίτι. Εκεί έβαζε η αδελφή του πατέρα μου τα γαϊδούρια. Μια φορά ήταν ένας γάμος, δε θυμάμαι ποιανού, και είχανε βάλει το Μιχάλη να μαγειρέψει. Είχανε φτιάξει τη φωτιά σε εκείνο το σπίτι που έβαζε η θεία μου τα γαϊδούρια. Όπως πήγαινε αυτός κι ανακάτευσε το πιλάφι στο τσικάλι, λαβέντζι το λένε, με ένα ξύλο που το λένε κουπί, είδε στη γωνία έναν άντρα με άσπρο κουστούμι που καθότανε με το κεφάλι κατεβασμένο. Ο άντρας σηκώθηκε κι ήταν μόνο το άσπρο κοστούμι, χωρίς κεφάλι. Ο Μιχάλης έφευγε τρέχοντας και έλεγε στους άλλους: «Ελάτε, εγώ μόνος μου εδώ δεν μπορώ!» Και μετά πήγε κάποιος μαζί του να φτιάξουν το πιλάφι, γιατί φοβότανε τον άνθρωπο που καθότανε στη γωνία με τα άσπρα ρούχα, χωρίς κεφάλι.  (Στέλλα Στεφανάκη)

Η σπηλιά

Εκεί κοντά στα Ρωσίδια, που βρίσκεται η διακλάδωση Κόρφος – Μετόχι, είναι μια σπηλιά. Μια νύχτα, καθόταν εκεί ένας Βαρελάκης Μανώλης. Δεν είναι παραμύθι, είναι πραγματικότητα. Αυτός έμενε με τα αγόρια του εκεί για να καλλιεργήσουν τα χωράφια. Ένα βράδυ άκουσε φωνές. Πήγε έξω και είδε εκεί, στη μεγάλη πεζούλα που είναι ο Άγιος Χαλάραμπος, ανθρώπους που χορεύανε. Περίεργο του φάνηκε, γιατί εκεί δεν μένουν ανθρώποι, ποιοι είναι αυτοί που παίζουν όργανα και χορεύουν τη νύχτα; Μετά από κάποια ώρα, ξύπνησε και δεν βρισκόταν μέσα στο σπίτι, βρισκόταν κάτω, στην Τρυπητή, δεξιά από τις Άσπες που είναι ένας γκρεμνός με ένα πεζούλι, και, βέβαια, φοβήθηκε. Άκουσε πάλι φωνές και φασαρίες, η παρέα ήταν μαζί του. Ένας ρώτησε: «Τι ώρα είναι;» Ένας άλλος απάντησε: «Ακόμα δεν έκραξε ο μαύρος πετεινός.» Σε λίγη ώρα ξαναρωτάει ένας: «Τι ώρα είναι;». «Ο κόκκινος δεν έκραξε ακόμα.» Δηλαδή, το φως της αυγής. Συνεχίζαν το χορό και, σε λίγο, άλλος ρωτάει: «Τι ώρα είναι;» «Όπου να ‘ναι, θα αρχίσει ο άσπρος πετεινός. Είναι η ώρα να φύγουμε.» Τον πήραν μαζί τους και τον γύρισαν στην σπηλιά. Βγήκε ο ήλιος, αλλά αυτός ήταν χαμένος. Πήγε σπίτι του και εξήγησε την ιστορία του. Από τότε δεν ξαναπήγανε στη σπηλιά, φτιάξαν ένα μικρό σπιτάκι και καθόντουσαν εκεί ύστερα. (Παπά-Μανώλης)

Ο πανύψηλος κύριος με τ’ άσπρα

Παλιά, μου έλεγε ο Λαμπογιώργης από την Άμπελο ότι είχε δει στο δρόμο την νύχτα ένα πολύ ψηλό ασπροντυμένο άντρα, πάνω από τρία μέτρα. Εγώ γελούσα και τον κορόιδευα, γιατί δεν τον πίστευα. Στην κεραία κοντά, υπάρχει μια διασταύρωση του παλιού μονοπάτι που πηγαίνει από το Ξενάκι προς τα Κολεριανά κι από Άμπελο προς το Καστρί. Εκεί, έλεγε ότι τον έβλεπε. Μια μέρα, πήγαινα κι εγώ από το Ξενάκι στα Κολεριανά, ήταν σχεδόν νύχτα, λίγο πριν να νυχτώσει. Άκουσα θόρυβο και γύρναγα για να δω και βλέπω τον ψηλό άντρα με τα άσπρα. Αυτός περπατούσε και πήγαινε κανονικά. Συνέχισα να περπατώ και ξανακοίταξα πίσω να δω αν είδα σωστά. Αυτός ήταν ακόμα εκεί και πήγαινε προς την Άμπελο. Τότε έφυγα κι εγώ πολύ γρήγορα, σε δέκα λεπτά είχα φτάσει στα Κολεριανά! Ίσως, παλιά, να ζούσε εδώ στη Γαύδο, ένας άλλος λαός, πιο ψηλός; (Νίκος Λουγιάκης)

Οι λευκοφορεμένες κοπέλες

Ένας γέρος στο Καστρί, ο αδερφός του Γιαλονικόλα, μου έλεγε ότι είχε πάει για πέρδικες εκεί που είναι τώρα το νερό στο Καστρί. Περιμένανε , πρωί – πρωί, τους πέρδικες για να τους πιάσουν όταν πίναν νερό. Εκεί καθόταν κι είδε δύο κοπέλες με άσπρα που πήγαν να πλύνουν τα ρούχα τους και κάναν μπάνιο. Φοβήθηκε, πήρε δρόμο κι έφυγε. (Νίκος Λουγιάκης)

Οι νεράιδες

Ένα βράδυ, ξεκίνησα από το Σαρακήνικο για να πάω στο Μανωλό. Είχα συντροφιά μου μια κοπέλα. Όταν περάσαμε τον προφήτη Ηλία, είδα ένα παράξενο σύννεφο. Δεν έδωσα σημασία, γιατί ήμασταν και λίγο φτιαγμένοι, και συνέχισα το δρόμο. Ήμασταν με το μικρό φιατάκι. Στο Βαθύ Σελί, στη στροφή, βλέπω ένα φως να λαμπίζει και εμφανίστηκαν μπροστά μας εφτά κοπέλες. Φορούσαν πολύ ωραία αραχνοΰφαντη ενδυμασία. Στην αρχή τρόμαξα λίγο, αλλά συνέχισα. Πηγαίνοντας πιο κοντά, είδα ότι ήταν νεράιδες και σταμάτησα το αυτοκίνητο για να τις θαυμάσω. Μου μίλησαν και είπαν: «Μην φοβάσαι, είμαστε από την γενιά της Καλυψούς κι αυτήν την ημέρα καθε χρόνο βγαίνουμε και στήνουμε τον χορό γιατί μας το διέταξε η βασίλισσά μας.» Ξαφνικά σκέφτηκα ότι είναι η φαντασία μου. Η κοπέλα που ήταν μαζί μου τα είδε όμως επίσης, έμεινε άφωνη, δεν μπορούσε να μιλήσει. Δεν κράτησε πολύ ώρα, οι εφτά νεράϊδες τα μαζέψανε και κατεβαίναν τον κρέμνο. Από τότε, δεν περνάω πια μετά τα μεσάνυχτα από εκείνο το σημείο. Αυτό συνέβη πριν μερικά χρόνια, το χειμώνα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ μου και πάντα όταν περνάω από κει το θυμάμαι. Άλλοι λένε ότι είδαν εκεί φαντάσματα, αλλά εγω είδα νεράιδες. Δεν θα το πιστέψει, όμως, κανείς.(Σούλης Κουκουρίκης)

Βόλτα με το γαϊδούρι

Όταν ήμουν μικρός, είχα πάει μια βόλτα στα Βατσιανά, μόνος μου με ένα γαϊδούρι. Βράδιασε κι όταν βασίλεψε ο ήλιος, πήγαινα προς το σπίτι μου στα Κολεριανά. Την ώρα που περνούσαμε από το Βαθύ Σελί, το γαϊδούρι δεν περπατούσε άλλο και ήθελε να γυρίσει πίσω. Είδα περίπου 20 μεγάλα γαϊδούρια, που μας κοιτούσαν, αλλά η Γαύδος δεν είχε τόσο μεγάλα γαϊδούρια. Το δικό μου ήταν μικρό, φοβήθηκε και ήθελε να γυρίσει πίσω. Κι εγώ, μικρός που ήμουν, φοβόμουν και κατέβαινα από το γαϊδούρι, το έπιανα με κοντό λουρί κοντά στο πρόσωπο, και έτσι περάσαμε τα άλλα γαϊδούρια. Μόλις τα περάσαμε, ξαναέκατσα επάνω του και το γαϊδούρι μου έφυγε τρέχοντας, με όση δύναμη είχε.  (Γιώργος Λουγιάκης)

Οι αγελάδες της γιαγιάς μου                                               

1Η γιαγιά μου είχε δύο αγελάδες. Το βράδυ, της είπε ο παππούς μου να φέρει τις αγελάδες για να τις δέσουνε, ώστε την άλλη μέρα να πάνε στα Βατσιανά για να αλωνίσουν. Πάει η γιαγια να βρει τις αγελάδες, αλλά δεν τις βρίσκει και πήγαινε προς τα Βατσιανά. Στο Βαθύ Σελί, εκεί που είναι το εικονοστάσιο, βλέπει και τις δύο αγελάδες και παίρνανε, δήθεν, αέρα από την θάλασσα. Η γιαγιά μου ήθελε να δέσει την μία, ώστε να έρχεται κι η άλλη. Όταν πήγαινε κοντά στην αγελάδα, αυτή πήγαινε στον κρεμνό και κατέβαινε κάτω, έτσι κι η δεύτερη. Οι αγελάδες, όμως, δεν κατεβαίνουν στον κρεμνό. Η γιαγιά μου γύρισε στο σπίτι, δεν φοβήθηκε, απλά νόμιζε ότι αυτές είχαν κατεβεί στον κρεμνό. Γύρισε στο σπίτι κι όταν έφτασε εκεί, έβλεπε ότι οι αγελάδες ήταν και οι δυό δίπλα, στο καντούνι. «Παναγιά μου», είπε και πήγε στου παππού μου το κρεβάτι και κρύφτηκε από το φόβο της.  Τότε κατάλαβε ότι, μάλλον, είδε φάντασμα. (Μπάμπης Βαϊλακάκης)

Βήματα                                                                                           

                Μία μέρα είχαμε πάει τρεις μαζί για λαγούς. Δεν βρήκαμε όμως, κι ο ένας από μας είπε ότι σφαντάχτηκε εκεί, στα σπίτια πιο πάνω από το Ξενάκι. Εγώ έλεγα: «Αφού δεν πιάνουμε λαγούς, πάω να βρω το φάντασμα.» Και όντως, εκεί ακούγονται ήχοι, σαν βήματα, και όσοι πάνε εκεί τα ακούνε. (Πολύδωρος Γιαλινάκης)

 Το κυνήγι του αθάνατου λαγού

OLYMPUS DIGITAL CAMERAΈνας φίλος, ο Γιάννης, μου είπε μια μέρα: «Νίκο, είδα στην Άμπελο σαράντα λαγούς. Έλα το βράδυ να πάμε.» Το βράδυ πηγαίναμε με το αμάξι στην Άμπελο και βλέπαμε κουνέλια παντού. Πιο κάτω είδα ένα τεράστιο μαύρο τράγο, σαν γάιδαρο μεγάλο. Στρίβαμε για να πάμε στο Φάρο που έχει μερικές σπηλιές, καλά σημεία για λαγούς. Βρήκαμε έναν λαγό και τον πυροβολούσαμε με την καραμπίνα και έπεσε κάτω νεκρός, έτσι φαινόταν. Πηγαίνοντας κοντά, σε δύο μέτρα απόσταση, ξανασηκώνεται ο λαγός και φεύγει. Τον ακολουθούσαμε και τον ξαναπυροβολούσαμε. Ξανά τα ίδια, όσες φορές τονχτυπούσαμε, περίπου σαράντα φορές, ξανασηκωνόταν κι ήταν ζωντανός. Εκείνη την εποχή με ένα χτύπο, τους έπιανα. Ήταν πολύ παράξενο. Ο λαγός έτρεχε σε ένα σπίτι και μπήκε μέσα. Τότε, είπαμε και οι δυό: «Πάμε να φύγουμε, γιατί αυτός δεν είναι λαγός!» Έπρεπε να το είχαμε καταλάβει μετά από την πρώτη μπαλωθιά, ότι δεν ήταν λαγός.  Την άλλη μέρα, βλέπαμε τον Γιώργη στο Φάρο. Αυτός γελούσε και είπε: «Νόμιζα χτες το βράδυ, ότι άρχισε ο πόλεμος!»

Το πρωί, όμως, αυτής της μέρας ήμουν στην Τρυπητή που είχα τα ζώα. Είχα κατεβεί στην παραλία και είχα ξαπλώσει σε ένα δέντρο για να κοιμηθώ λίγο, λίγο. Στον ύπνο μου άκουσα: «Νίκο, Νίκο!»  Σηκώθηκα, κάπνισα ένα τσιγάρο και κοιτούσα ποιος με φωνάζει. Δεν είδα κανέναν. Εκείνο το βράδυ, είχε πνιγεί στην Παλαιόχωρα ένας μου ξάδερφος και νομίζω ότι ήταν αυτός που με φώναζε και που εμφανίστηκε αργότερα στην μορφή του τεράστιου τράγου.  (Νίκος Λουγιάκης)

Ο τεράστιος μαύρος σκύλος στο Λαβρακά

Όταν ήμουν μικρός, πήγαινα στο Λαβρακά την νύχτα για να κυνηγάω λαγούς. Πάντα είχα μαζί μου τα δύα σκυλιά μου. Κοντά στην θάλασσα κρύφτηκα σε μια λακούδα, την οποία σκέπασα με κλαδιά, κι εκεί μέσα περιμέναμε, εγώ και τα σκυλιά μου, τους λαγούς. Τους είχα εκπαιδεύσει για να μην κάνουν θόρυβο, αλλά όταν πλησίασε ένας λαγός, αυτοί τον μύρισαν. Στη Γαύδο, οι άνθρωποι λέγανε ότι, εκεί στο Λαβρακά, κυκλοφορεί την νύχτα ένας τεράστιος μαύρος σκύλος. Δεν το πίστευα, βέβαια.

3_mavros_skilosΜια νύχτα λοιπόν, είμαστε εκεί κρυμμένοι και περιμένουμε. Ξαφνικά αρχίζουν τα σκυλιά μου να κλαίνε και να μαζεύονται. «Τι έγινε;», σκέφτηκα. Κοιτάω έξω από τη φωλιά μας και βλέπω στην παραλία αυτόν τον μαύρο τεράστιο σκύλο, σαν γαϊδούρι μεγάλο. Φεύγω τρέχοντας και τα σκυλιά μαζί μου, μην φεύγοντας από πλάι μου, ενώ άλλες φορές τρέχανε μακριά μου. Παρόλο που είχα όπλο μαζί μου, δεν το χρησιμοποιούσα, γιατί γνωρίζω ότι αυτά τα όντα δεν πρέπει να προσπαθείς να τα σκοτώσεις, γιατί αλλιώς θα γυρίσει αυτή η δύναμη προς εσένα και σε σκοτώνει.

Φτάνοντας στον  Άι Γιώργη, τον ξαναβλέπαμε τον σκύλο. Τι ήταν αυτός; Σκύλος, γαϊδούρι, διάβολος; Δεν ξέρω. Τον είχαν δει πιο παλιά κι άλλοι άνθρωποι. Εκεί είχε σκοτωθεί ένα παιδί από τη Γαύδο με νάρκες. Μετά έβοσκε η αδερφή του κι αυτός ο τεράστιος μαύρος σκύλος την ακολουθούσε. Αυτή δεν τον έβλεπε, αλλά το είδαν οι άλλοι ανθρώποι που ήταν πιο πέρα. Αυτό το πίστεψα κι εγώ, γιατί και τα δικά μου σκυλιά τρέμανε και κλαίγανε.  (Νίκος Λουγιάκης)

Το «φάντασμα» στο Βαθύ Σελί

Μια φορά, πήγαινα από τα Βατσιανά στην Άμπελο. Ήταν νύχτα με φεγγάρι. Πέρασα από το Βαθύ Σελί που λέγανε πάρα πολλές ιστορίες. Όπως περπατούσα, είδα κάτι που δεν μου ταίριαξε και, όταν πήγα πιο κοντά, είδα έναν άνθρωπο ξαπλωμένο. Δεν έφυγα, πήγα πιο κοντά κι είδα ότι ήταν ο πατέρας του Θεόφιλου, ο Παυλής που κοιμόταν εκεί έξω. Αυτό που ήταν περίεργο είναι ότι κρατούσε ένα ορμαθό ψάρια. (Γιώργος Τσιγώνης)

Η  τραπεζαρία στη μέση του δρόμου

Ο προπάππους της Σοφίας Τσιριντάνη, του Παυλή ο πατέρας, πέρασε ένα βράδυ από το Βαθύ Σελί. Ερχόταν από το Καστρί και πήγαινε στα Βατσιανά για να κοιμηθεί στο σπίτι του γιου του, του Παύλου. Την ώρα που πέρασε απέναντι, έβλεπε μια τεράστια τραπεζαρία, εκεί στο εικονοστάσιο δίπλα, και γύρω, γύρω ανθρώπους. Έκανε το σταυρό του και γύρισε πίσω στο Ξενάκι που καθόταν ο Κουμαντατογιώργης, του Ευτύχη του παππού ο πατέρας. «Άνοιξε με», του είπε, « γιατί σφαντάχτηκα». Ύστερα δεν ξαναπέρασε την νύχτα από  ‘κει. (Μπάμπης Βαϊλακάκης)

Οι στρατιώτες

Ένας χωροφύλακας, Σαρρής Κωνσταντίνος λεγότανε, καθόταν μια μέρα στο Βαθύ Σελί, στην προσκάδα στο λαγό, πριν πενήντα χρόνια περίπου, κι ακούει ένα «παφ, πουφ, παφ, πουφ» και στη μέση, εκεί στο χωράφι, βλέπει ένα τάγμα. Κι ένας φαντάρος πήγαινε προς τα κάτω, προς το πηγάδι. Ο χωροφύλακας σταύρωσε το ντουφέκι του να τονε παίξει, αλλά λέει η παροιμία ότι αν το παίξεις,  μπορεί να σου πιαστεί το χέρι. Αποφάσισε ότι είναι καλύτερα να φύγει. Ήταν μαζί με έναν Κουφιδάκη, της Φιλιώς έναν αδερφό, το Γιώργη, και καθόντουσαν εκεί. Ο άλλος του είπε, «Γιατί να φύγουμε, κάτσε εδώ», γιατί αυτός δεν τον είδε. Αλλά ο Γιώργης τον πήρε από το χέρι και φύγανε. Μετά, χτίσανε εκεί το εικονοστάσιο. (Μπάμπης Βαϊλακάκης)

Νόθα παιδιά …

Όταν ήμουνα παιδί, από πολύ μικρή, ερχόμουνα στο νησί κάθε Αύγουστο και μέναμε ένα μήνα ολόκληρο στο Καστρί. Μία μέρα, ερχόμασταν στα Βατσιανά για να δούμε τους συγγενείς. Αυτή τη μέρα που ερχόμασταν στα Βατσιανά, πάντα ξεκινούσαμε πολύ νωρίς από το σπίτι, γιατί έπρεπε, πριν πέσει ο ήλιος να είμαστε πίσω. Κι εγώ ρωτούσα πάντα: «Μα γιατί πρέπει να γυρίσουμε νωρίς;» Δηλαδή, περνούσαμε πάρα πολύ ωραία κι ο πατέρας μου έλεγε: «Άντε πάμε, γιατί θα πέσει ο ήλιος.» Και τι έγινε, αν έπεσε ο ήλιος; Ο πατέρας μου δεν έλεγε ποτέ κάτι στη Γαύδο. Στα Χανιά, λοιπόν, μια μέρα που τον ρώτησα, μου είπε ότι στο Βαθύ Σελί, πετούσαν όλα τα νόθα παιδιά, εκτός γάμου. Τότε οι γυναίκες φορούσαν πολύ φαρδιά ρούχα κι έτσι δεν έβλεπες την εγκυμοσύνη. Μετά γεννούσαν στο χωράφι, έπαιρναν το παιδί και το πετούσαν στο Βαθύ Σελί. Όποιος περνούσε από ‘κει βράδυ, άκουγε τα κλάματα των παιδιών. Φαντάσου, ήταν πιο μεγάλος από εμένα, και φοβότανε. Δεν ήθελε να περάσει από το Βαθύ Σελί βράδυ, γιατί τον τρόμαζαν οι φωνές των παιδιών που άκουγε. Εγώ και σήμερα, όταν περνάω από το Βαθύ Σελί το σκέφτομαι. Πόσες φορές έχω έρθει και φεύγω, πριν γίνει πολύ νύχτα. Καλά, με τα πόδια δεν το συζητώ, δεν περνάω.(Στέλλα Στεφανάκη)

 … ή αρτέννες;

Μια φορά, είχα φουντάρει με την βάρκα πίσω από την Άμπελο. Τη νύχτα άκουσα φωνές, σαν ένα παιδί να κλαίει. Προς στιγμήν, ξαφνιάστηκα. Και τι ήταν; Αρτέννες, ένα είδος γλάρου που φωνάζει έτσι. Λοιπόν, αυτά είναι τα μωρά που φωνάζουν τη νύχτα! (Γιώργος Τσιγώνης)

 Το κλάμα στη νύχτα

Μια μέρα πριν χτίσω το σπίτι μου, γύρναγα πίσω το βράδυ, από τον αδερφό μου. Οδηγούσα με το μηχανάκι. Ξαφνικά, στη στροφή πριν το μέρος μου, άκουσα δίπλα μου το κλάμα ενός μωρού. Τρόμαξα λίγο, αλλά συνέχισα την πορεία μου. Ξανά το ίδιο, δίπλα στο μηχανάκι. Την τρίτη φορά, σταματάει η μηχανή και το κλάμα ακούγεται ακόμα πιο δυνατά. Έπρεπε να γυρίσω πίσω με τα πόδια. Το κλάμα το έχουν ακούσει κι άλλοι, λένε ότι σε εκείνο το μέρος έχει πεθάνει ένα μωρό πριν βαφτιστεί και, κάθε χρόνο, στα γενέθλιά του, ακούγεται το κλάμα του. (Στρατής Μιχελεράκης)

 Τα τελώνια

Τα τελώνια ήταν τα παιδιά που ήταν αβάφτιστα και τα κουκουλώνανε έξω από τα νεκροταφεία. Την ημέρα που πέθαιναν, μπορούσες να ακούσεις το κλάμα τους. Όπως στο παλιό μονοπάτι προς την Τρυπητή. Εκεί, υπάρχει ένα αλώνι και πολλοί ακούσαν εκεί ένα παιδί που έκλεγε. Οι παλιοί μας λέγανε ότι, αν το άκουσες, έπρεπε να πεις: «Ο Θεός να σε συγχωρέσει. Θα φέρω τον παπά και τον νονό για να σε βαφτίσουν.» Κι έτσι, ηρεμούσε και σταματούσε το κλάμα. (Μπάμπης Βαϊλακάκης)                            

Πατωμασιές στο Βαθύ Σελί

Ο άντρας μου πήγαινε μια φορά, όταν ήταν κοπέλι, στα Βατσιανά. Στο Βαθύ Σελί, άκουσε πατωμασιές γύρω, γύρω. Αυτός φοβήθηκε και με το ραβδί του έκανε ένα κουλούρι με τέσσερις σταυρούς στην άκρη και έκατσε μέσα στο κύκλο μέχρι να ξημερώσει, γιατί ήξερε ότι μέσα στους σταυρούς είναι ασφαλής, έτσι του ήρθε. (Μαρία Λουγιάκη)          

Ο Άγιος Χαλάραμπος

Η εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου μπορεί να είναι ίσως και 1200 χρονών. Είναι, δηλαδή, από τότε που στη Γαύδο υπήρχε επίσκοπος, Δεσπότης. Αυτό ήταν από το 920 μέχρι το 1000 μ.Χ.. Τότε η Γαύδος λεγόταν Κλαύδη και υπήρχαν πέντε ενορίες. Στην ενορία Βατσιανά, ήταν ο παπά-Μαθιός Κουτσουβάκης. Αυτός πήγαινε κάπου και στο Βαθύ Σελί είδε να βγαίνει από τον κρεμνό απάνω ένας γάιδαρος. Ξαφνιάστηκε, γιατί να βγει από τον κρεμνό γάιδαρος, είναι λίγο δύσκολο. Όσο ανέβαινε αυτός προς το δρόμο, μεγάλωνε, μεγάλωνε, μεγάλωνε. Ο παπάς τον σταύρωνε κι ευλογούσε κι ο γάιδαρος σταμάτησε. Είχε στη τσέπη του ένα σπάγκο και τον έδεσε με ένα παράξενο κόμπο, που τον λένε σταυρόκομπο κι έχει το σχήμα του σταυρού.

5_gaidourasΟ παπα-Μαθιός τώρα μπορούσε να τον πιάσει και γύρισε πίσω, τον πήγε στο χωριό, στα Βατσιανά. Η παπαδιά ρώτησε: «Ποιος είναι αυτός ο γάιδαρος;» «Τον βρήκα», είπε ο παπάς, «δεν είναι κανονικός γάιδαρος, είναι κάτι άλλο. Είναι ευκαιρία τώρα να κουβαλήσουμε πέτρες, για να τελειώσουμε την εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου.» Την είχαν αρχίσει, αλλά ήταν μισοτελειωμένη η εκκλησία. Και έτσι έγινε, ο γάιδαρος κουβαλούσε τις πέτρες. Τα βράδια του πήγε η παπαδιά άχυρα και νερό. Όπως πήγε το νερό το βράδυ, ήταν και το πρωί! Όπως πήγε τα άχυρα το βράδυ, ήταν και το πρωί. Δεν τα ακουμπούσε καθόλου. Αυτός δεν ήταν κανονικός ζωντανός για να φάει, ντε. Μετά από ένα-δύο χρόνια που τέλειωσε το έργο της εκκλησίας, έλεγε ο παπάς: «Τι να τον κάνω τώρα, πρέπει να φύγει κι όπου πάει.» Ο παπα-Μαθιός έμενε εκεί που είναι η μάντρα του Νίκου Λουγιάκη. Τόνε έλυνε η παπαδιά από το σταυρό του και ο γάιδαρος έτρεχε προς το κρεμνό κι από τα πόδια του βγαίναν σπίθες, φωτιά. Στην εκκλησία έχουμε αυτή την ιστορία σαν πραγματικότητα. (Παπα- Μανώλης)

Η καμπάνα της Παναγίας

                Επί Τουρκοκρατίας, είχε έρθει ένα καράβι από την Αφρική και είχε φορτώσει κουκιά, τα λέγανε μισιριωτάκια, πήραν την ονομασία από την πόλη απ’ όπου προερχόντουσαν. Το καράβι πήγαινε προς την Κρήτη και περνούσε από τη Γαύδο. Είχε όμως Σιρόκο και το καράβι βούλιαξε στο Τζούνο, στο ακρωτήρι της Καραβές, εκεί έχει μια αμμουδιά που τη λένε Τουρκάβλακο. Φύγαν τα κουκιά και πιάσαν όλη την αμμουδιά του Τουρκάβλακου. Τότε, όπως και τώρα, τα καράβια είχαν μέσα καμπανάκια και τα χτυπούσε ο καπετάνιος για να τραβήξουν ή να ρίχνουν τις άγκυρες.

Με το καράβι, βούλιαξε κι η καμπάνα κι ό,τι άλλο είχε μέσα το καράβι. Ένας εδώ χωριανός που τον λέγαν Γιερώνυμο Γιερωνυμάκη, ψάρευε κι είχε ακούσει ότι παλιά βούλιαξε το καράβι με τα κουκιά. Τότε, είχαν ένα στρογγυλό γυαλί για να μπορούν να κοιτάζουν μες’ τη θάλασσα. Κοιτώντας κάτω αυτός, είδε την καμπάνα στον πάτο. Ήταν 25 οργιές στο βάθος, δηλαδή περίπου 40 μέτρα. Άφηνε το γυαλί, έκανε το σταυρό του κι έλεγε: «Παναγία, βοήθησε με για να βγάλω την καμπάνα για να Σου την φέρω στην εκκλησία».

Προσπάθησε αυτός να κατεβεί, δεν μπορούσε να φτάσει μέχρι κάτω. Ξαναπήγαινε απάνω για να πάρει αέρα, γιατί τότε δεν είχαν τίποτα, ούτε οξυγόνο, ούτε στολές, και ξαναβούτηξε. Πάλι δεν έφτασε. Την τρίτη φορά, έλεγε: «Τώρα θα βουτήξω και, ή θα μείνω κάτω στο πάτο μαζί με την καμπάνα, ή θα τη βγάλω.» Είχε ένα σκοινί με ένα σκάντζο. Ξαναέκανε το σταυρό του και πήγαινε, πήγαινε, πήγαινε. Τελικά έφτασε κάτω, την έδεσε και ανέβηκε. Μέχρι να φτάσει πάνω έβγαζε, όμως, αίμα κι από τα αυτιά κι από το στόμα. Ήταν σαν πεθαμένος. Μετά από αυτό, ο Γιερώνυμος δεν άκουγε πια, έμεινε κουφός κι από τότε τον ονομάζαν ο κουφός ο Γερώνυμος και βγήκε το επίθετο Κουφιδάκηδες. Ύστερα, την ‘βγάλαν την καμπάνα από την βάρκα, στον Καραβέ και μ’ ένα ξύλο την κουβαλούσαν στην εκκλησία της Παναγίας.

Το καράβι ήταν, όμως, Σφακιανό κι όταν οι Σφακιανοί άκουσαν ότι οι 4_kabanoΓαυδιώτες βγάλαν την καμπάνα, ήθελαν να την πάρουν από ‘δω. Ήρθαν τέσσερις άντρες από τα Σφακιά για να την πάρουν για την δικιά τους εκκλησία. Την κατεβάζαν και άρχισαν να την κουβαλάνε προς τον Καραβέ. Όσο προχωρούσαν, έγινε όλο πιο βαριά η καμπάνα. Εκεί που είχε 50 κιλά, έγινε 100, 200 και 500 κιλά. Την άφησαν κάτω, γιατί δεν μπορούσαν άλλο να την κουβαλάνε. Ξεκουραζόντουσαν κάμποση ώρα, παραέμενε η καμπάνα ασήκωτη. Ο ένας έλεγε: «Μήπως θέλει η Παναγία να την πάμε πίσω;». Την πιάσαν και ήταν πανάλαφρη, 55 κιλά δεν ήταν. «Τι γίνεται εδώ;» αναρωτιόντουσαν. Ξαναπροσπάθησαν να την πάνε προς τα κάτω κι ήταν πάλι ασήκωτη η καμπάνα. Μετά από τρεις, τεσσερεις φορές είπαν :»Η καμπάνα ανήκει στην Παναγία, στην Παναγία θα την επιστρέψουμε.» Κι έτσι έγινε.  Μπορώ να πω ότι, από όλες τις εκκλησίες στην Γαύδο, αυτή έχει τον πιο γλυκό και το πιο καλό ήχο. (Παπα- Μανώλης)

Υπάρχουν δύο εκδοχές γιατί ήθελαν να κλέψουν την καμπάνα. Η μία είναι ότι όταν την παίζανε, ακουγότανε μέχρι τα Σφακιά. Η άλλη είναι ότι την είχαν καθαρίσει τόσο καλά από το αλάτι, που γυάλιζε σαν χρυσή, και θέλανε να την πάρουνε για το χρυσάφι της. Εγώ, όμως, νόμιζα ότι δεν ήταν οι Σφακιανοί, αλλά οι Γερμανοί που τη θέλανε, γιατί αυτοί μαζεύανε ότι πολύτιμο βρισκότανε στο πόλεμο. Δεν μπορούσαν, όμως, να την σηκώσουνε και την αφήσανε.  (Στέλλα Στεφανάκη)

Στην κατοχή, όταν ήταν εδώ οι Γερμανοί, ένας Γερμανός, αξιωματικός πυροβόλησε την καμπάνα. Δεν έπαθε τίποτα, εκτός από μια μικρή ρωγμή,  δεν ξέρω αν φαίνεται ακόμα. Ύστερα πήγε στο Σαρακήνικο κι ήταν ο πρώτος Γερμανός που πάτησε νάρκη στη Γαύδο και σκοτώθηκε. (Παπα- Μανώλης)

 Οι Άγιοι Πατέρες

Η ιστορία της εκκλησίας των Αγίων Πατέρων δεν είναι πολύ παλιά, είναι περίπου 30 χρονών και σίγουρα αληθινή. Το 1961, δύο γυναίκες στην Αθήνα κάναν παρέα με Γαυδιώτες από τις οικογένειες Κουτσουδάκη και Πατεράκη. Είχαν την ιδέα να φτιάχνουν μια εκκλησία στο όνομα των Αγίων Πατέρων στη Γαύδο, στη κορυφή του Παντελοβόλακα, μεταξύ Καραβέ και Κόρφου. Ήρθαν αυτές οι γυναίκες στη Γαύδο και το συζητούσαν με τους χωριανούς και, ύστερα, βρήκαν τεχνίτες εκείνης της εποχής. Γιατί όμως δεν είχε δρόμο για να κατεβούν κοντά στη θάλασσα και να μεταφέρουν τα υλικά, αποφάσισαν να χτίσουν την εκκλησία πιο πάνω, στο ίσιωμα. Χτίσαν την πρώτη μέρα τα θεμέλια και το βράδυ πήγαν στα σπίτια τους για να ξεκουραστούν. Το πρωί είδαν όλη την δουλειά της προηγούμενης μέρας χαλασμένη. Αυτό έγινε κάθε μέρα, για μια η δύο εβδομάδες. Μετά, είπε κάποιος: «Δεν είναι ότι κάποιος το χαλάει τον τοίχο που χτίζεται, αλλά ίσως οι Άγιοι Πατέρες να μην θέλουν να χτιστεί εκεί πάνω η εκκλησία; Άλλα να χτιστεί εκεί που βγήκαν πράγματι;» Γιατί η ιστορία των Άγιων Πατέρων λέει ότι ξεκινήσαν από την μικρά Ασία, πήγανε Κύπρο και μετά βγήκαν στην θάλασσα εκεί, κάτω στα βράχια που είναι τώρα η εκκλησία και μείνανε τέσσερις μέρες. «Δεν πάμε, άρα, εκεί κάτω να τη φτιάξουμε;» είπαν. Οι Γαυδιώτες φτιάξαν ένα μικρό μονοπάτι με τις σκαλίδες για να κατέβουν κάτω. Ο χτίστης δεν ήθελε, όμως, να συνεχίσει την δουλειά, και βρήκαν από την Παλαιοχώρα τον Βαγγέλη Καντηλάκη. Συνέχισαν μετά από δύο- τρία χρόνια και τότε μπορούσαν να φέρουν με καραβάκια από την Παλαιοχώρα διαφορά υλικά κι, έτσι, έγινε η εκκλησία και υπάρχει ακόμα.

1_99_pateras Αυτό που θα σας πω τώρα, αναφέρεται στο βιβλίο της εκκλησίας που είναι η ακολουθία της λειτουργίας των Αγίων Πατέρων. Ότι εκεί, σε αυτό το σημείο που χτίστηκε η εκκλησία, καθίσαν 24 μέρες, οι 98 Άγιοι Πατέρες μαζί με τον Άγιο Ιωάννη τον Ερημίτη και, βέβαια, είχαν πολλές ελλείψεις κι από τρόφιμα κι από νερό. Τότε πήγε ο μεγαλύτερος, από χρόνια κι από αξιώματος, πατέρας και πήγε σε ένα βράχο απάνω με το ραβδί του, τον σταυρώνει, είπε μια ευχή κι, αμέσως, άρχισε από το σημείο του σταυρού να βγαίνει πόσιμο, γλυκό νερό και βγαίνει ακόμα και σήμερα.

Μια άλλη ιστορία για εκείνο το νερό έχω ακούσει εδώ από τον Γιώργη Γιαλινάκη, ο οποίος ήταν πολλά χρόνια ψάλτης στην εκκλησία. Αυτός πήγε για κυνήγι και μου είπε ότι όλες οι πέρδικες στην περιοχή εκείνη των Αγίων Πατέρων δεν είχαν χολή, ενώ στον Καραβέ και στον Κόρφο, είναι κανονικές πέρδικες. (Παπα- Μανώλης)

Οι Άγιοι Ευτύχης και Μανώλης

Για να γίνει αυτή η εκκλησία υπήρχε, βέβαια, μια αιτία. Η αιτία ήταν ότι μια από τους συγχωρεμένους μας εδώ, η Αναστασία, είχε ονειρευτεί ότι βάδιζε κάποια στιγμή στο Μετόχι κι άκουσε λειτουργία. Πήγε στην εκκλησία που βρισκόταν εκεί, άναψε κεριά, είδε τους ανθρώπους, τον παπά και αυτό που της έμενε περισσότερο ήταν το άρτος. Όταν ξύπνησε, της έμενε η γεύση του κι έλεγε ότι δεν είχε φάει ποτέ στη ζωή της πιο νόστιμο άρτο. Ύστερα μου το είπε εμένα. Όταν είδε, αργότερα, κι ο Στεφανής ένα ανάλογο όνειρο, τελικά την κάναμε την εκκλησία. (Παπα- Μανώλης)

Ο Άγιος Νικόλαος

Ο Άγιος Νικόλαος είναι ένα από τα καλύτερα κτίρια στη Γαύδο. Έχει χτιστεί πολύ παλιά, χωρίς να θυμάται κανείς τη χρονολογία. Το μόνο σίγουρο είναι ότι χτίστηκε από ένα άνθρωπο, και τεχνίτη και εργάτη. Το όνομα του ήταν Κατζανέβας, το μικρό του όνομα δεν θυμάται κανείς, αλλά το παρατσούκλι του, δεν ξέρω γιατί, ήταν Φετουφέ. Δεν ήταν Γαυδιώτης, ήταν από τα Σφακιά. Έμενε εκεί πέρα, δίπλα στην εκκλησία που έχει ένα κέδρο για να μην καθυστερεί αν έμενε μακριά, και σιγά-σιγά έχτισε την εκκλησία. Έχει μέσα διάφορες ζωγραφιές η εκκλησία, όπως και σκαλιστά και αγιογραφίες. Γι’ αυτό το λόγο, δεν αφήνει η Αρχαιολογία να την επισκευάσουμε και, όπως φαίνεται, σε λίγο θα χαλάσει, γιατί είναι παλιά και ασυντήρητη, κάτι που θα είναι πολύ κρίμα βέβαια.

Ο Φετουφέ κουβαλούσε πέτρες, ή με ένα γαϊδουράκι, ή στην πλάτη του από ένα λατομείο που υπήρχε στον Άι Γιάννη. Με πέτρες από κείνο το μέρος είχαν χτίσει και τον παλιό φάρο στην Άμπελο. Αυτός ο Φετουφέ απόκτησε μια ερωτική σχέση με μια Γαυδιώτισσα. Οι δικοί τις τον παρακολουθούσαν και κατάλαβαν ότι κάτι συμβαίνει μεταξύ τους. Σκεφτήκαν: «Θα τον αφήσουμε να τελειώσει την εκκλησία και μετά ότι μπορούμε θα του κάνουμε, ή θα τον πνίξουμε ή θα τον δολοφονήσουμε.» Τελείωσε αυτός την εκκλησία. Αυτός έμενε εκεί στον κέδρο που είχε το κρεβάτι του, αλλά έμενε και σε μια σπηλιά το χειμώνα για την βροχή και το κρύο. Ένα βράδυ που κοιμόταν στην σπηλιά, πήγαιναν και τον σκότωσαν. Για να μην φανεί ότι είναι δολοφονημένος και κάποιος να ενοχοποιηθεί, τον πήγανε στον Άι Γιάννη στον ποταμό, του δέσαν απάνω του σίδερα και πέτρες με βαριές αλυσίδες και τον άφησαν έξω στο πέλαγο, ώστε να φανεί ή ότι πνίγηκε, ή ότι θα πάει στο πάτο κάτω και να μην φανεί η δολοφονία τους.

9_tourkosΤώρα ήταν θαύμα; Τον είχαν βάλει δύο, τρία μίλια έξω στην θάλασσα, αλλά την επόμενη μέρα ήταν το πτώμα του μαζί με τις πέτρες και τα σίδερα έξω στην στεριά, εκεί στην άμμο. Ξανακάναν το ίδιο επί τρεις-τέσσερις φορές, τον πήγαν στην θάλασσα, την επόμενη ήταν έξω. Τότε σκεφτήκαν ότι ο Άγιος Νικόλαος δεν θέλει να το φάνε το σώμα του τα ψάρια κι έτσι αποφάσισαν να κάνουν εκεί έξω στην άμμο ένα λάκκο, τον βάλαν μέσα και τον θάψαν. Από ‘κει πήρε το όνομα του Φετιφέ ο ποταμός. (Παπά- Μανώλης)

Ο εξοστρακισμένος Τούρκος

Στην εποχή της Τουρκοκρατίας, πήγε ένας Τούρκος στον Άγιο Νικόλαο, που είναι η πιο παλιά εκκλησία στη Γαύδο. Άνοιξε την πόρτα και πυροβόλησε την εικόνα του Αγίου Νικολάου. Η σφαίρα χτύπησε στην εικόνα, εξοστρακίστηκε και γύριζε σ’ αυτόν, ακριβώς μες’ την καρδιά και πέθανε. Μέχρι τελευταία, τα κόκαλα βρισκόνταν εκεί, έξω από την εκκλησία. (Βασίλης Παπαδάκης)

Η τιμωρία της γιαγιάς της Αντωνίας

8_viziaΗ γιαγιά της Αντωνίας ήταν παντρεμένη, αλλά έκανε έρωτα με έναν άλλον. Πήγε στην εκκλησία για να εξομολογηθεί κι έλεγε στον Θεό: «Θεέ μου, σχώρεσέ με!» Άκουσε μια φωνή που της έλεγε: «Θα σε τιμωρήσω!». «Ότι θέλεις κάνε, απλά συγχώρεσέ με» είπε η γιαγιά της Αντωνίας. «Εντάξει», της είπε ο Θεός. Την άλλη μέρα ξυπνούσε και είδε ότι δεν είχε βυζιά. Και που ήταν; Στην πλάτη της. Και γιατί; Για να βλέπουν όλοι, ότι η προσοχή της είναι σε άλλον άνδρα κι όχι στον δικό της. Έτσι, έμεινε με τα βυζιά στην πλάτη για τρεις μέρες και ύστερα ξαναγύρισαν στη θέση τους. Εννοείται ότι μετά δεν ξαναέκανε έρωτα με άλλον!

Όταν μου είπε την ιστορία η Αντωνία δεν, την πίστευα βέβαια, της είπα ότι με κοροϊδεύει, αλλά αυτή έκανε το σταυρό της κι έλεγε ότι είναι αλήθεια και ότι το είχε δει με τα μάτια της, όταν ήταν πολύ μικρή. (Αλέξανδρος)

Η ομελέτα του Άγιου

Μια φορά, στο Λαβρακά κοντά, είχε φουρτούνα και πήγαν να πνιγούν οι άνθρωποι που ήταν στη βάρκα. Είπαν :» Άι Γιώργη, αν δεν πνιγούμε, θα σου φέρουμε αύριο μια ομελέτα για χάρη σου.» Σωθήκανε. Έφτιαξαν την ομελέτα και την πήγαν στην εκκλησία και την άφησαν στο ιερό. Παραπάνω, που το λένε Κουρουπίδι, είναι μερικά σπίτια. Εκεί μέναν κάποιοι Γιερωνυμάκηδες.Ένας πήγε στην εκκλησία, είδε την ομελέτα που ήταν ακόμα ζεστή και σκέφτηκε: «Ο Άι Γιώργης δεν τρώει ομελέτα, θα την φάω εγώ.» Το βράδυ, είδε στον ύπνο του ότι ο Άι Γιώργη τον έκανε κομμάτια στο ξύλο. Την άλλη μέρα δεν μπορούσε να μιλήσει. (Νίκος Λουγιάκης)

Το στοίχημα

Πήγαν μερικοί άνδρες σε ένα καφενείο και βάλανε στοίχημα: Ποιος μπορεί να πάει στην εκκλησία, να κολλήσει ένα ψεύτικο μουστάκι στον Άγιο. Ένας είπε: «Εγώ θα πάω.» Αλλά ένας άλλος από την παρέα, είχε φύγει κρυφά τρέχοντας κι είχε πάει στην εκκλησία, δεν θυμάμαι ποια εκκλησία ήταν, και πήγαινε μες’ το ιερό, πίσω από τις εικόνες. Όταν πήγε ο άλλος στην εκκλησία, έλεγε: «Άγιέ μου, συγχώρεσέ με γι’ αυτό που θα κάνω, βάλαμε στοίχημα». Όταν πήγε να κολλήσει στην εικόνα το μουστάκι με κάτι ζεστό, του λέει ο άλλος από μέσα: «Καίει». Όταν το άκουσε αυτό, έπεσε κάτω κι έμεινε από καρδιά, πέθανε μες’ την εκκλησία. (Νίκος Λουγιάκης)

Το σημάδι

Ήταν η γιορτή του Άγιου Παύλου κι ο Νικόλας ο μακαρίτης χτυπούσε την καμπάνα. Καθώς την χτυπούσε,  έπεσε κάτω η  γλώσσα της καμπάνας. Τόσα χρόνια που είμαστε εδώ στη Γαύδο δεν είχε συμβεί ποτέ κάτι τέτοιο, είναι πολύ σπάνιο. Την ίδια χρονιά, ο Νίκος πέθανε, γιατί γλίστρησε στα βράχια, μες’ τη θάλασσα, και πνίγηκε. Ότι έπεσε η γλώσσα της καμπάνας το έκρινα σαν κακό σημάδι, αλλά μόνο ύστερα κατάλαβα τι σήμαινε. (Αλέξανδρος)

Η προειδοποίηση

7_papasΜια μέρα, ήμασταν στα Βατσιανά και θερίζαμε το κριθάρι. Καθώς δουλεύαμε είδα την Δέσποινα, την συγχωρεμένη μητέρα του παπά και πολύ αγαπημένη μας φίλη, μπροστά στα μάτια μου, σα να είναι ολοζώντανη. Αυτή με κοιτούσε έντονα κι ήθελε κάτι να μου πει. Κοιτούσα γύρω μου, αλλά όλα φαίνονταν ήρεμα, κανονικά. Εκείνη την στιγμή πέταξε η Μαρία το δρεπάνι της και έτρεξε στην εκκλησία που βρισκόταν ο πάπα-Μανώλης, ο άντρας της. Τον βρήκε κάτω στο πάτωμα, άσπρο, μες’ τον κρύο ιδρώτα, σχεδόν πεθαμένο. Είχε πέσει το ζάχαρό του. Η Μαρία έτρεξε στο σπίτι για να ανακατέψει γάλα και ζάχαρη και του το έφερε αμέσως για να το πει. Έτσι συνήλθε σιγά- σιγά ο παπάς. Πέντε λεπτά αργότερα, θα ήταν αργά. Μετά ρώτησα την Μαρία, τι έγινε και έτρεξε ξαφνικά στην εκκλησία. Μου είπε ότι είδε τον Άγιο Χαλάραμπο και της είπε να τρέξει αμέσως στην εκκλησία. (Αλέξανδρος)

Ο Άγιος Χαράλαμπος και η μικρή Κυριακή

Με την Κέλυ, είχαμε πολύ κακή εγκυμοσύνη. Οι γιατροί μου έλεγαν ότι, μάλλον, δεν θα ζήσει το παιδί. Έπρεπε να είμαι στο κρεβάτι για πολύ καιρό και είχα πάει στο Ηράκλειο. Παρακάλαγα τον Άγιο Χαράλαμπο να ζήσει το παιδί. Του είπα ότι αν το καταφέρουμε, θα κάνω κάθε χρόνο κάτι στη γιορτή του, ότι μπορώ. Τελικά, γεννήθηκε η Κέλυ, ούτε οι γιατροί δεν το πίστευαν ότι το καταφέραμε. Πάντα όταν γίνει κάτι, ή το ένα παιδί είναι άρρωστο, κοιτάω έξω από το παράθυρο, κοιτάω την εκκλησία του Αγίου Χαράλαμπου και παρακαλάω. Τον νιώθω δίπλα μου και με βοηθάει. Και όταν η μικρή ήταν δύο μηνών κι έπεσε κάτω κι έσπασε το χέρι της, έκανα το ίδιο. Εδώ δεν έχουμε κι άλλη παρηγοριά. Τώρα η Κέλλη είναι δύο χρονών. Φέτος την Πρωτοχρονιά, ήρθατε εσείς με τον Άγιο Βασίλη και τις πέτρες με τα μαντεία. Η Κέλλη τράβηξε πρώτη από όλο το νησί, ήταν ακόμα όλες οι σαρανταεννέα πέτρες στην σακούλα, και τράβηξε τον Άγιο Χαλάραμπο! (Έφη Λουγιάκη)

Ο επίμονος Άγιος

Η ιστορία του πατέρα μου αρχίζει στα τέλη του ‘60. Τότε ζούσαμε στην Αυστραλία. Μια μέρα, ένας από τους φίλους του αποφάσισε να βαφτίσει το παιδί του Νεκτάριο. Ο πατέρας μου τον κορόιδευε. «Τι όνομα είναι αυτό;» Δεν του άρεσε αυτό το όνομα καθόλου. Παρ’ όλ’ αυτά, το παιδί βαφτίστηκε Νεκτάριος. Ο πατέρας μου, όμως, δεν ήθελε να ακούσει τίποτα για αυτόν τον Άγιο. «Δεν μας φτάνουν οι παλιοί», έλεγε, «θέλουμε και καινούργιους!» Μετά η μανά μου έκανε ένα τάμα, γιατί είχα καταπιεί ένα χρυσό σταυρό. Με πήγαν στο νοσοκομείο και, τελικά, βγήκε ο σταυρός. Το τάμα της μάνας μου ήταν να δώσει το σταυρό αυτό στην πρώτη εκκλησία που θα δει. Ήταν στα Χανιά, βρήκε μια εκκλησία κι ήταν ο Άγιος Νεκτάριος. Δεν άρεσε πολύ στον πατέρα μου. Το ‘72 μετακομίσαμε στην Παλαιόχωρα κι ακουγόταν το όνομα Νεκτάριος παντού. Η μάνα μου ήταν, τότε, έγκυος. Είδε στο όνειρο της ένα άσπρο ον με γένια που την ακούμπησε και της είπε : «Θέλει ο Θεός να βαφτίσεις το παιδί σου στο όνομα του Άγιου Νεκτάριου». Ο πατέρας μου, βέβαια, είχε τρελαθεί, δεν ήθελε με τίποτα. Όταν ήταν να γεννήσει, πήγε στα Χανιά, κι εγώ κι ο πατέρας μου μείναμε στην Παλαιόχωρα. Ήρθε το τηλεφώνημα ότι γέννησε. Πηγαίνοντας στο δρόμο για Χανιά μου έλεγε ο πατέρας μου: «Ξέρεις τι μέρα είναι; Η μέρα του Αγίου Νεκταρίου. Αυτός ο Άγιος με κυνηγάει, όπου και αν πάω».

Εκείνη την περίοδο, περνούσε έξω από τη Γαύδο κοντά στο Καραβέ ένα καράβι και έπεσε πάνω σε μια θύελλα. Κάνει ένα τάμα ο καραβοκύρης, ο καπετάνιος, και λέει: «Αν την γλιτώσουμε, θα χτίσουμε εκεί πάνω στο λόφο μια εκκλησία.» Το καράβι τη γλίτωσε. Το έμαθε ο πατέρας μου ότι αυτός θέλει να χτίσει εκεί μια εκκλησία. «Βεβαίως», του έλεγε, «και πενήντα, για ποιον Άγιο;» «Για τον Άγιο Νεκτάριο.» Τρελάθηκε. «Ο Άγιος Νεκτάριος έρχεται μέχρι την πόρτα μου!» Τελικά, βάφτισε την κόρη του στην εκκλησία του Άγιου Νεκτάριου στα Χανιά στο όνομα Νεκταρία κι έκανε έναν έρανο στην Παλαιόχωρα για να γίνει κι εκεί μια εκκλησία του Άγιου Νεκτάριου. Τελικά, έγινε μόνο ένα μικρό εικονοστάσιο. Αλλά από τότε που έφτασε μέχρι το σπίτι του, τον δέχτηκε! «Ο δικός μας Άγιος», έλεγε. Άρχισε να του μιλάει και να κουβεντιάζει μαζί του. Φαντάσου τι επιμονή είχε αυτός ο Άγιος! (Στέλιος Τσιριντάνης)

O   Α Γ Ι Α Σ Μ Ο Σ   Τ Η Σ   Γ Α Υ Δ Ο Υ

Η χρονιά που πέρασε ήταν, ομολογουμένως, δύσκολη για το νησί μας…

Μπορούμε να κάνουμε το 2013 μια χρονιά που θα τη θυμόμαστε για τα θετικά της, αρκεί να βάλουμε κι εμείς το χεράκι μας-«συν Αθηνά και χείρα κίνει», όπως ‘λέγαν κι οι αρχαίοι.

 Προκειμένου να συγκεντρώσουμε τις δυνάμεις μας και να προσκαλέσουμε το Άγιο Πνεύμα στο νησί μας, οργανώνουμε ένα παν-νησιωτικό Αγιασμό!

 Θα μπούμε όλοι μαζί οι κάτοικοι της Γαύδου, την Μεγάλη Εβδομάδα του Πάσχα, με καλό καιρό, στις βάρκες μας και θα κάνουμε το γύρο -τον Αγιασμό- του νησιού μας!

 Να διαθέσουμε τα πλεούμενα μας, ώστε να μπορούμε όλοι, κάτοικοι κι επισκέπτες, να συμμετέχουμε σε αυτό το θαυμάσιο γεγονός!

agiasmos

Posted in Νέο τεύχος | 1 σχόλιο

Τεύχος 5

03.01.2013

 

Κ Α Λ Η    Χ Ρ Ο Ν Ι Α

«Ἅγιος Βασίλης ἔρχεται ἀπὸ τὴν Καισαρεία. 

Βαστᾷ εἰκόνα καὶ χαρτί, χαρτὶ καὶ καλαμάρι. 

Τὸ καλαμάρι μήλησε, τὴ μοίρα μου τὴν ἔλεγε…»

P1030360 new

Ο Άγιος Βασίλης  επισκέφτηκε το νησί μας!

Μαζί του έφερε την μοίρα μας για το 2013, μια μαντεία για τον καθένα, ζωγραφισμένη σε μικρή πέτρα:

Αγίους του νησιού, Αρχαίοι Θεοί, συμβολικά αντικείμενα της Γαύδου, γράμματα και ένα μπαλαντέρ.

Ως μαγεία, όλοι τράβηξαν αυτό που τους ταιριάζει.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ ΣΕ ΟΛΟΥΣ 

Posted in Νέο τεύχος | Tagged , | Σχολιάστε

Τεύχος 4

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ Γαύδου – Τεύχος 4                                      21.8.2012

 

Posted in Uncategorized | Tagged | 2 Σχόλια